ἑτερομόλιος

ἑτερο-μόλιος δίκη, ([etym.] μολεῖν) a trial
A in which only one of the two parties appears, Zen.3.88, Eust.999.63, Hsch. (-μυνος cod.). (Perh.rather to be connected with Μωλέω, as in Cret. ἀμφιμωλέω etc.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετερομόλιος — ἑτερομόλιος, ἡ (Α) φρ. «ἑτερομόλιος δίκη» η δίκη στην οποία παρουσιάζεται μόνο ο ένας από τους δύο αντιδίκους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + θ. μολ (πρβλ. έμολον, β αόρ. τού βλώσκω «έρχομαι») + κατάλ. ιος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.